ἐΰβροχος

ἐΰβροχος, ον,
A well-noosed, well-knit,

ἅμμα AP6.179

(Arch.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εΰβροχος — ἐΰβροχος, ον (Α) (για κυνηγετικό δίχτυ) αυτός που έχει πολλούς και στερεούς βρόχους. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + βρόχος] …   Dictionary of Greek

  • εὔβροχον — εὔβροχος masc/fem acc sg εὔβροχος neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐύβροχον — ἐύβροχος well noosed masc/fem acc sg ἐύβροχος well noosed neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.